Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

                                    "ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ 2014"
ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΔΩΘΗΚΕ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ ΤΟΥ 2014 ΣΤΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

video

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

   Για φέτος (2014 - 2015), χορεύουμε:

Κάθε Παρασκευή, 6 - 9:30 μ.μ., στο χορευτικό της Ζωοδόχου Πηγής 
Ακαδημίας, στην αίθουσα της  Παναρκαδικής  Ομοσπονδίας Ελλάδας, στην οδό Τζωρτζ 9, στην πλατεία Κάνιγγος.

 Δείτε τη διεύθυνση στον χάρτη.






 Κάθε Τετάρτη, 6 - 9:30 μ.μ., στο χορευτικό του Αγίου Θεράποντα
Ζωγράφου, στο καινούριο κτήριο του 1ου και 19ου δημοτικού σχολείου, Ηρώων Πολυτεχνείου 1, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Θεράποντα.

  
Δείτε τη διεύθυνση στον χάρτη. 







Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

DOROS όπως ΝΤΟΡΟΣ

      Δυό έγχορδα, ένα πνευστό κι ένα κρουστό. 
   Τέσσερα φυσικά όργανα που συνεργάζονται, συνομιλούν και αφουγκράζεται το καθένα τα υπόλοιπα με την αγωνία, αλλά και την συγκίνηση του καινούριου.
   Οι Doros είναι ένα καινούριο μουσικό συγκρότημα, αλλά δεν είναι ένα ακόμη συγκρότημα.
   Ντορός είναι τα ίχνη και κυρίως η μυρωδιά που αφήνει πίσω του το θήραμα και είναι αυτό που ακολουθούν τα κυνηγόσκυλα για να το εντοπίσουν.
    Κυνηγοί λοιπόν και οι Doros. Θηρευτές συναισθημάτων, οραμάτων, ιδεών και ονείρων. Ψάχνουν σαν τα λαγωνικά να βρουν τα χνάρια τους, να τα ακολουθήσουν και, νότα - νότα, να χτίσουν μονοπάτια, μέσα από τα οποία θα περάσουμε - αν περάσουμε - και μεις στην πορεία για τα δικά μας όνειρα για τα δικά μας συναισθήματα.
   Βρέθηκα στις 8-11-2013 στο zp87, έναν ιδιαίτερο χώρο στα Εξάρχεια. Μια μικρή αίθουσα, χαμηλός φωτισμός, και τέσσερις μουσικοί, οι Doros, χωρίς μικρόφωνα.
   Ο Δημήτρης Μπρέντας, κλαρίνο, νέυ, καβάλι. Ο Χρήστος Σύγγελος, ούτι. Ο Νικόλας Αγγελόπουλος, λαούτο, λάφτα, κιθάρα, και ο Αλέξης Νόνης, νταραμπούκα, μπεντίρ, στάμνα και cajon.
  Τέσσερα κυνηγόσκυλα που ανεβοκατεβαίνουν λαγκαδιές βαθύσκιωτες, διασχίζουν ηλιόλουστα λιβάδια, ανεβαίνουν σε ψηλές κορφές, ανοίγουν καινούριους δρόμους.
   Στην αίθουσα βρίσκονται 40 - 50 άνθρωποι που ακούν με προσήλωση. Τα κομμάτια είναι άγνωστα, όλα δικές τους συνθέσεις, και οργανικά.
     Με αυτό το τελευταίο ειδικά (το οργανικά) το ελληνικό κοινό δεν είναι καθόλου εξοικειωμένο. Κι όμως κανείς δεν μιλά, κανείς δεν ενοχλεί.
      Αντίθετα, η έλλειψη στίχου μπορεί και να λειτουργεί θετικά. Ταξιδεύουμε όλοι μας με όχημα την ίδια μουσική. Καθένας όμως στο δικό του ταξίδι, στο δικό του όνειρο με το δικό του συναίσθημα.
   Οι μουσικοί συνομιλούν με τους θεατές, που βρίσκονται άλλωστε σε απόσταση 1 - 2 μέτρων από την ορχήστρα, συνομιλούν μεταξύ τους και μας ταξιδεύουν. Μας ταξιδεύουν από την Ιρλανδία μέχρι το Ιράκ, κι από την Μαύρη θάλασσα μέχρι το Κάιρο (ίσως τους αδικώ λίγο περιορίζοντάς τους). Η Μεσόγειος γίνεται μια μικρή θάλασσα και οι Doros πάνω σε παλιά χνάρια χτίζουν την μουσική του αύριο. Μια μουσική με φυσικούς ήχους που σέβεται αυτό που μας κληροδοτήθηκε και ταυτόχρονα αφουγκράζεται ήχους παγκόσμιους, που τους περνάει από το χωνευτήρι του λαϊκού κλαρίνου, τους ντύνει με γαλάζια αιγαιοπελαγίτικα πέπλα και μας μεταφέρει στο αύριο. Στο αύριο που τον ελληνικό ντορό τον μετατρέπει σε ισπανόηχο Doros και τελικά παγκόσμιο.
   Γιατί παγκόσμιο μπορεί να είναι μόνο αυτό που έχει ταυτότητα και ιθαγένεια.
   Τους ευχόμαστε καλοτάξιδοι και .... καλό βόλι.  

 

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

    Αντιγραφή από την ιστοσελίδα "λογομνήμων":
“Ένας φτωχός φουστανελάς” από τον Γ. Σεφέρη
Ο Γιώργος Σεφέρης μιλάει για τον Θεόφιλο στην ομιλία του για τον Μακρυγιάννη:
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός φουστανελάς που είχε τη μανία να ζωγραφίζει. Τον έλεγαν Θεόφιλο. Τα πινέλα του τα κουβαλούσε στο σελάχι του, εκεί που οι πρόγονοί του βάζαν τις πιστόλες και τα μαχαίρια τους. Τριγύριζε στα χωριά της Μυτιλήνης, τριγύριζε στα χωριά του Πηλίου και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε ό,τι του παράγγελναν, για να βγάλει το ψωμί του. Υπάρχουν στον Άνω Βόλο κάμαρες ολόκληρες ζωγραφισμένες από το χέρι του Θεόφιλου, καφενέδες στη Λέσβο, μπακάλικα και μαγαζιά σε διάφορα μέρη που δείχνουν το πέρασμά του -αν σώζουνται ακόμη. Ο κόσμος τον περιγελούσε. Του έκαναν μάλιστα και αστεία τόσο χοντρά, που κάποτε τον έριξαν κάτω από μιαν ανεμόσκαλα και του ‘σπασαν ένα δυο κόκαλα. Ο Θεόφιλος, ωστόσο, δεν έπαυε να ζωγραφίζει σε ό,τι έβρισκε. Είδα πίνακές του φτιαγμένους πάνω σε κάμποτο, πάνω σε πρόστυχο χαρτόνι. Τους θαύμαζαν κάτι νέοι που τους έλεγαν ανισόρροπους οι ακαδημαϊκοί. Έτσι κυλούσε η ζωή του και πέθανε ο Θεόφιλος, δεν είναι πολλά χρόνια, και μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε μ’ ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα. Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΒΙΝΤΕΟ....

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΒΙΝΤΕΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ, ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΔΕΙΤΕ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ GOOGLE, Η ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ YOUTUBE, ΤΗΝ ΛΕΞΗ : thomasvlah.

Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ "ΣΑΛΟΝΙΑ ΟΠΩΣ ΑΛΩΝΙΑ"

" Σαλόνια όπως αλώνια "
(Δημοσίευση: Τα Νέα, 12/03/2005)

(Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας)


Τα συναισθήματα δεν είναι σαν τα νομίσματα, παλαιάς και νέας κοπής. Δεν διαφέρει το πένθος, ο ενθουσιασμός, η οργή και η επιείκεια είτε κατοικείς σε παλάτια ή καλύβια είτε βρίσκεσαι σε εποχές συρράξεων ή ημέρες συγκομιδής και περισυλλογής.
Ο πόνος είναι πόνος, η χαρά χαρά.
Ίσως να διαφέρουν τα μέσα, οι μόδες, ίσως οι εντάσεις να είναι διαφορετικές, ίσως να επιστρατεύονται, ανάλογα με τις συνθήκες, άλλα κουράγια. Ο πόνος, το πένθος, η απελπισία μπροστά στον θάνατο αγαπημένων προσώπων δεν άλλαξε ως βίωμα, ως τραύμα, ως εγκαυστική.
Απόδειξη οι θρήνοι, στον Όμηρο, στους τραγικούς, στους ρομαντικούς, στους ρεαλιστές, στους συμβολιστές ακόμη και στους υπερρεαλιστές δημιουργούς. Θα έλεγα μάλιστα πως όσο οι συνθήκες του βίου περιορίζουν τις δυνατότητες να εκδηλωθεί, να εκφραστεί, να σκιστεί το συναίσθημα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ένταση.

Παλιότερα, κι όχι μόνο στην ύπαιθρο χώρα και στα μικρά μέρη, αλλά και στην πρωτεύουσα και έως πριν από λίγα χρόνια στις "επαρχίες" της Αθήνας, τον νεκρό μας τον ξενυχτούσαμε στο σπίτι, στο κεντρικό δωμάτιο, από εκεί τον κηδεύαμε και επιστρέφοντας από την ταφή επιστρέφαμε (ομηρικότατα) και στη ζωή δειπνώντας με κοινό δείπνο, όπου οι συγγενείς, γείτονες, φίλοι προσέφεραν σε έρανο τα φαγητά τους. Αυτός ο Νεκρόδειπνος (έχει μνημειωθεί από τον Σικελιανό και τον Σινόπουλο) λεγόταν κατά περιοχή "Μακαριά" ή "Παρηγοριά". Τώρα ο νεκρός μας ξενυχτάει μόνος σ' ένα ψυγείο νεκροτομείου και η "παρηγοριά" έχει συρρικνωθεί σε τυποποιημένο καφέ, παξιμαδάκι, κονιάκ που προσφέρεται στο κυλικείο του Νεκροταφείου και συνήθως οι πενθούντες διά του Τύπου δηλώνουν ότι δεν θα δεχτούν "συλλυπητηρίους επισκέψεις".
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Μήπως μειώθηκε το πένθος, η απελπισία για την απουσία των προσφιλών;
Όχι, αντίθετα, γίνονται σχεδόν αφόρητα και συνήθως καταλήγουν τον άνθρωπο στον ψυχίατρο, στην κατάθλιψη και στη μελαγχολία. Σ' αυτό οδήγησαν οι συνθήκες του βίου, η τυραννία του μεροκάματου, η στενότητα του χώρου (πώς θα κάτεβεί το φέρετρο από τον 5ο όροφο μια και δε χωράει στο ασανσέρ;!), το σκόρπιο σε μεγάλες απόστάσεις συγγενολόι και οι εργαζόμενοι σύνοικοι, που δεν γνωρίζουμε ούτε ποιοι είναι, που οι θρήνοι και η συρροή σε ώρες κοινής ησυχίας τούς ενοχλούν και συχνά καλούν την Αστυνομία!
Και τα γλέντια; Παλιότερα σε γιορτάδες μέρες ή σε επετείους και ονομαστικές εορτές, σε γάμους και βαφτίσια στις αυλές, στα τρίστρατα ή στα αλώνια στρώνονταν τραπέζια, βρλαζανε καζάνια, καλούσαν κομπανίες και κάθε μεγάλος ή μικρός χώρος γινόταν χοροστάσι, πανηγύρι, μέγα επικοινωνιακό γεγονός με απόλυτη συναισθηματική φόρτιση. Σπονδή στον Διόνυσο και ξόρκι του θανάτου.
Μπορεί να κλειστεί το γλέντι στα στενά, τσιμεντένια κλουβιά όπου μετοικήσαμε;
Προσπάθειες εξόδου γίνονται με συνεστιάσεις συμπατριωτών, συντεχνιών, συναδέλφων ή καλεσμένων φίλων σε οργανωμένους χώρους διασκεδάσεως. Ακραία μορφή εξομοίωσης γλεντιού, αυτά τα νέα εφευρήματα, τα διάφορα "κτήματα" όπου προσομοιώνεται ο χώρος με χωριό, πανήγυρη, αυλή κ.λπ.

Κι όμως, η λαχτάρα των ανθρώπων να απεκδυθούν από τις πιεστικές καθημερινές μέριμνες, από την καταθλιπτική τυραννία της εργασιακής επανάληψης, τους οδηγεί, έστω κατά τρόπο συναισθηματικής σκηνοθεσίας, να γλεντήσουν μέσα σε χώρους στενούς, αστικούς και να φαντασιωθούν τον αρχαίο τρόπο διονυσιακής εορτής.

Μου συνέβη πρόσφατα. Βρεθήκαμε καλεσμένοι σε σύγχρονο μεγαλοαστικό διαμέρισμα σε υψηλό όροφο προαστίου της Αθήνας, πανεπιστημιακοί, δάσκαλοι, δικαστές, δικηγόροι, συνθέτες - τραγουδιστές, συγγραφείς και φοιτητές, ηλικιακό φάσμα με άνυσμα πενήντα χρόνια. Προέλευση Μωραΐτες, Ρουμελιώτες, Ηπειρώτες. Ο πυρήνας, οι τελευταίοι και οι οικοδεσπότες. Η βραδιά ξεκίνησε τυπικά, ως συνήθως. Σκόρπιες παρέες σε διάφορες διαμορφωμένες γωνιές του ευρύχωρου σαλονιού. Οι τυπικές αναγνωριστικές συζητήσεις για να σπάσει ο πάγος, να βρεθούν κοινά ενδιαφέροντα, να αναζητηθούν ευθείς και πλάγιοι δεσμοί, μακρινοί γνώριμοι, φοιτητικές παρέες, συμπεθεριά συγγενών και τα γνωστά. Σ' ένα μικρό δωμάτιο, δίπλα στο σαλόνι, τρεις άγνωστοι και ξεμοναχιασμένοι άντρες έπιναν ουζάκι και τσιμπολογούσαν μεζεδάκια.
Ώσπου ήρθαν τα φαγητά. Από έμπειρα χέρια νοικοκυράς, ηπειρώτικες γεύσεις, πίτες, κρέατα, τυριά, ορεκτικά και κόκκινο κρασί. Τα πηγαδάκια συγκεντρώθηκαν σε δύο εστίες, σε δύο κοινές τράπεζες. Το κρασί έρρευσε, λύθηκαν γλώσσες. Και τότε το θαύμα συντελέστηκε. Οι τρεις περίεργοι επισκέπτες του διπλανού δωματίου στρώθηκαν ανάμεσα στα δύο τραπέζια, άνοιξαν τους σάκους τους και αποκάλυψαν τον ρόλο τους.
'Ενα κλαρίνο, ένα ακορντεόν, ένα ντέφι.
Κι άρχισε το γλέντι και άστραψε η μουσική. Η ηπειρώτικη, στην πραγματικότητα η βορειοηπειρώτικη, κομπανία από το Αργυρόκαστρο μπήκε μέσα στο στενό τσιμεντένιο μεγαλοαστικό φρούριο και το ανατίναξε. Το σαλόνι σε λίγα λεπτά, όταν ο πρώτος "σκάρος" πλημμύρισε την ατμόσφαιρα, μετατράπηκε σε πλατύ αλώνι, σε χοροστάσι, σε εσωτερική αυλή μοναστηριού μέρα πανηγυριού. Τα αυστηρά έπιπλα μέσα στην αχλύ των μουσικών κλιμάκων έγιναν στασίδια, βραχάκια, θημωνιές, κρασοβάρελα, σούστες, χράμια, βελέντζες, κιλίμια. Κάπου είχες την ψευδαίσθηση ότι καμάρωνε ο αργαλειός, πιο πέρα το πιθάρι με τα παστά, οι κάδοι με τις τσακιστές ελιές, οι πολυέλαιοι μετατράπηκαν ξαφνικά σε πάτερα απ' όπου κρέμονταν μάτσα με χαμομήλια, ρίγανη, τσάι του βουνού και πιο πέρα αρμαθιές σκόρδα, κρεμμύδια, ξερά σύκα, λουκάνικα.

Ναι, η μουσική ξυπνούσε στους αλλοτριωμένους λόγιους, επιστήμονες και στους εξόριστους στο άστυ συγγραφείς και συνθέτες το ρίγος του βυθού, τη ναρκωμένη μνήμη.

Το κλαρίνο κεντούσε μουσικά σιρίτια με χρυσές κλωστές πάνω σε βελουδένιες ποδιές. Το ακορντεόν κελάηδιζε, γουργούριζε και άλλοτε παιζογελούσε και το ντέφι είχε βρει τους σφιγμούς στους καρπούς των χεριών της ομήγυρης και χτυπούσε με το ρυθμό της καρδιάς μας.

Στην Ήπειρο ακόμη και ο γάμος ξεκινάει με μοιρολόι, λες και αυτός ο εδραίος λαός (οι αρχαίοι Σελλοί, οι εδραίοι, οι αυτόχθονες, απ' όπου και η Ελλάς αργότερα) έκανε γλέντι, τραγούδι και χορό την ηρακλείτεια διαλεκτική, όπου ζωή και θάνατος, πένθος και χαρά, ύπνος και ξύπνιο, γηρατειά και νιάτα, μέρα και νύχτα είναι το ίδιο, το ένα περιέχεται μέσα στο άλλο, παλίντονος αρμονία.
Από τις αρτηρίες στον ρυθμό.
Οι τρεις δεξιοτέχνες χειριζόμενοι τους δρόμους τους μουσικούς μεθοδικά, συστηματικά, με την αρχαία σοφία που κουβαλάνε γνωρίζουν πως σιγά-σιγά μπαίνοντας στις αρτηρίες, ακολουθώντας τις παλινδρομήσεις του αίματος, φτάνουν στην καρδιά και επιταχύνουν τους παλμούς της και οι παλμοί κινητιποιούν προς τον εγκέφαλο τις φυσαλλίδες του αλκοόλ και εκείνο μεθάει τα κύτταρα του εγκεφάλου και στέλνει μηνύματα στα πόδια και τα πόδια μπαίνουν στον ρυθμό και ο ρυθμός οδηγεί τα βήματα στον χορό.

Έτσι όλοι οι πριν από λίγο συγκρατημένοι, ευπρεπείς, πολιτισμένοι συνδαιτυμόνες πετάνε τα σακάκια, τις γραβάτες και με τα πουκάμισα έξω από το παντελόνι και οι γυναίκες χωρίς τα ψηλοτάκουνα, χεραγκαλιά, τελούν τους βαθύρριζους αργούς στην αρχή κύκλιους χορούς πρώτα της Ηπείρου και ο δεξιοτέχνης του ντεφιού τραγουδά και το κλαρίνο χτίζει ξερολιθιές πυρσογιαννίτικες με τις νότες και το ακορντεόν άλλοτε ειρωνεύεται και άλλοτε χαριεντίζεται ενώνοντας Ανατολή και Δύση, Βαλκάνια και Τυρρηνικό Πέλαγος.

Το παν οργά και ο Διόνυσος στο κέντρο του χορού μαίνεται.

Για λίγες ώρες το μεγαλοαστικό σαλόνι έγινε αλώνι, ορχήστρα σατυρικού δράματος, πασχαλινό αναστάσιμο τσιμπούσι. Ω, έπεσαν και παραγγελιές, έπεσε και χαρτούρα και οι μουσικοί, ενώ είχαν προς το ξημέρωμα μαζέψει τα όργανά τους, επέστρεψαν γιατί η βαθιά χαρμολύπη κάποιου γλεντιστή επεθύμησε (πριν ξαναφορέσει το προσωπείο του επαγγέλματος σε λίγες ώρες) ένα βαρύ μοιρολόι.
Έτσι όπως το ένιωσε το όλον πράγμα ο Μακρυγιάννης, που τραγουδώντας ένα βαρύ θλιβερό τραγούδι είπε πως "είχε κέφια"!